Dr Gelis’ Safe Vitamin B12: Μπορείτε να αγοράσετε το προϊόν, online, μέσω της ιστοσελίδας pharmagel.gr ακολουθώντας τον
παρακάτω σύνδεσμο:
Αγορά Dr Gelis’ Safe Vitamin B12
Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης (MD, ORL, DDS, PhD), Αικατερίνη Γκέλη (MD, Radiologist)
Η υπερομοκυστεϊναιμία είναι μια κατάσταση κατά την οποία υπάρχει υπερβολική ομοκυστεΐνη στο σώμα. Η κύρια αιτία της υπερομοκυστεϊναιμίας είναι η δυσλειτουργία των ενζύμων και των
συμπαραγόντων που σχετίζονται με τη διαδικασία της βιοσύνθεσης της ομοκυστεΐνης. Άλλες αιτίες περιλαμβάνουν την υπερβολική πρόσληψη μεθειονίνης, ορισμένες ασθένειες και παρενέργειες ορισμένων φαρμάκων[1].
 |
|
Δρ Δημήτριος Ν.Γκέλης Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών
www.pharmagel.gr
|
 |
| Αικατερίνη Γκέλη Ιατρός, Ακτινοδιαγνώστρια |
Η ομοκυστεΐνη είναι ένα μη απαραίτητο αμινοξύ που περιέχει θείο, το οποίο προέρχεται από τους ενδιάμεσους μεταβολίτες της μεθειονίνη. Η μεθειονίνη λαμβάνεται από διατροφικές πρωτεΐνες, όπως τα πουλερικά, το κρέας, τα αυγά, τα θαλασσινά και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Το απαραίτητο αμινοξύ μεθειονίνη είναι ένας κρίσιμος ρυθμιστής του μεταβολισμού του θείου σε μια ποικιλία διασυνδεδεμένων βιοχημικών οδών. Ο κύκλος της μεθειονίνης συνδέεται περίπλοκα με τον κύκλο του φυλλικού οξέος, σχηματίζοντας τον μεταβολισμό ενός άνθρακα, έναν κρίσιμο ρυθμιστή της S-αδενοσυλμεθειονίνης[2].
Φυσιολογικές τιμές της ομοκυστείνης του πλάσματος
Το φυσιολογικό εύρος των επιπέδων ομοκυστεΐνης στον ορό ποικίλλει ελαφρώς ανάλογα με το εργαστήριο και τη μέθοδο μέτρησης, αλλά γενικά, τα εύρη αναφοράς είναι:
Η ομοκυστεΐνη είναι παρούσα στο πλάσμα, με φυσιολογικά επίπεδα μεταξύ 5 και 15 μmol/L, ελαφρώς αυξημένα επίπεδα μεταξύ 15 και 30 μmol/L, μέτρια από 30 έως 100 μmol/L και τιμή > 100 μmol/L ταξινομημένη ως σοβαρή υπερομοκυστεϊναιμία (HHcy). Η υπερομοκυστεϊναιμία (HHcy) έχει συσχετιστεί με φλεγμονή και αθηρωματοσκλήρυνση και θεωρείται ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις[3].
Τα επίπεδα ομοκυστεΐνης μεταξύ 10 και 12 μmol/L θεωρούνται ανεκτά, ενώ αυτά που κυμαίνονται από 12 έως 15 μmol/L αντιπροσωπεύουν οριακό όριο για την υπερομοκυστεϊναιμία[4].
Τα αποτελέσματα της μελέτης Framingham [5] αποκάλυψαν αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε άτομα με επίπεδα ομοκυστεΐνης 11,4 μmol/L και ορισμένοι συγγραφείς ανέφεραν διπλή αύξηση στον κίνδυνο αγγειακής βλάβης που σχετίζεται με επίπεδα ομοκυστεΐνης υψηλότερα από 10,2 μmol/ L[4].
Ανωμαλίες στις μεταβολικές οδούς της ομοκυστείνης, οι διατροφικές ελλείψεις μεθειονίνης, φυλλικού οξέος και βιταμινών Β12, Β6 και Β2 και γενετικά ελαττώματα, πολυμορφισμοί ή μεταλλάξεις σε ένζυμα που σχετίζονται με το μεταβολισμό της ομοκυστείνης μπορεί να οδηγήσουν στην πρόκληση υπερομοκυστεϊναιμίας (HHcy).
Μελέτες για την ομοκυστείνη περιέγραψαν πρώτα την ομοκυστινουρία. Η ομοκυστινουρία είναι μια σπάνια γενετική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από τον ανώμαλο μεταβολισμό του αμινοξέος μεθειονίνη , που οδηγεί σε συσσώρευση ομοκυστεΐνης και των μεταβολιτών της στο αίμα και τα ούρα και πρόωρη καρδιαγγειακή νόσο, με αποτέλεσμα υψηλά ποσοστά θνησιμότητας. Αυτή η κατάσταση προκαλείται συνήθως από ανεπάρκεια του ενζύμου βήτα-συνθάση της κυσταθειονίνης (CBS) , το οποίο είναι ζωτικής σημασίας για τη μετατροπή της ομοκυστεΐνης σε κυσταθειονίνη στην οδό μεταβολισμού της μεθειονίνης[6].
Η υπερομοκυστεϊναιμία αποδείχθηκε ότι σχετίζεται με καρδιαγγειακά συμβάντα, τόσο στο γενικό πληθυσμό, όσο και σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια[7]. Η μέτρια υπερομοκυστεϊναιμία είναι ένας παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακές και νευροεκφυλιστικές παθήσεις, οστεοπορωτικά κατάγματα και επιπλοκές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι ηλικιωμένοι έχουν υψηλό επιπολασμό υπερομοκυστεϊναιμίας (HHcy)[8].
Μεταβολισμός της ομοκυστεḯνης
Η ομοκυστεΐνη αποδομείται στο σώμα μέσω δύο μεταβολικών οδών, ενώ ένα μικρό μέρος απεκκρίνεται μέσω των νεφρών. Οι χημικές αντιδράσεις που είναι απαραίτητες για την αποικοδόμηση της ομοκυστείνης απαιτούν την παρουσία φυλλικού οξέος, βιταμινών Β6 και Β12. Κατά συνέπεια, το επίπεδο της ολικής ομοκυστεḯνης στον ορό επηρεάζεται από την παρουσία ή την απουσία αυτών των βιταμινών.
Τα αυξημένα επίπεδα ομοκυστεḯνης, [υπερομοκυστεϊναιμία (HHcy)] και ομοκυστινουρίας, συνδέονται με αποφρακτική αρτηριακή νόσο, ειδικά στον εγκέφαλο, την καρδιά και τα νεφρά, φλεβική θρόμβωση, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, μεγαλοβλαστική αναιμία, οστεοπόρωση, κατάθλιψη, νόσο του Αλτσχάιμερ , προβλήματα εγκυμοσύνης και άλλα.
Τα αυξημένα επίπεδα της ομοκυστεḯνης συνδέονται με διάφορες παθολογίες, τόσο στον ενήλικο, όσο και στον παιδικό πληθυσμό. Τα αίτια της υπερομοκυστεϊναιμίας περιλαμβάνουν γενετικές μεταλλάξεις και ελλείψεις ενζύμων, όπως η συνθάση της μεθειονίνης (MS), η 5, 10-μεθυλενοτετραϋδροφολικής αναγωγάσης (MTHFR) και η β-συνθάση της κυσταθειονίνης (CβS)[9].
Η ομοκυσεϊναιμία μπορεί να προκληθεί από έλλειψη φυλλικού οξέος , βιταμίνης Β12 και σε μικρότερο βαθμό, από έλλειψη βιταμίνης Β6 που επηρεάζει το μεταβολισμό της μεθειονίνης. Επιπλέον, η υπερομοκυστεϊναιμία μπορεί να προκληθεί από την κατανάλωση τροφίμων πλούσιων σε μεθειονίνη (π.χ. κρέας, ψάρι και αυγά, τα οποία μπορούν να συμβάλουν στην παραγωγή ομοκυστεΐνης. Τα άτομα με υπερομοκυστεϊναιμία πρέπει να αποφεύγουν την κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων από αυτά τα τρόφιμα) και όταν υπάρχει νεφρική δυσλειτουργία[10].
Βιοχημεία της ομοκυστεḯνης
Η ομοκυστεΐνη είναι ένας μεταβολίτης που παράγεται από τον μεταβολισμό του κύκλου της μεθειονίνης, που περιλαμβάνει το απομεθυλιωμένο παράγωγο της μεθειονίνης.
Η ομοκυστεΐνη μπορεί να μεταβολιστεί μέσω της οδού μεταθείωσης προς την κυσταθειονίνη, η οποία απαιτεί την παρουσία βιταμίνη Β6 ή μπορεί να υποστεί επαναμεθυλίωση προς μεθειονίνη.
Η επαναμεθυλίωση της ομοκυστεΐνης προς μεθειονίνη καταλύεται από τη δράση της συνθάσης της μεθειονίνης, η οποία απαιτεί την παρουσία βιταμίνης Β12. Η αναγέννηση της μεθειονίνης επιτρέπει τη σύνθεση του καθολικού δότη μεθυλίου, της S –αδενοσυλομεθειονίνης (SAM) που απαιτείται για τη μεθυλίωση και τη ρύθμιση της μεταγραφής γονιδίων.
H SAM είναι το πρώτο προϊόν του «κύκλου μεθειονίνης» και εμπλέκεται στη σύνθεση πολυαμινών και στην οδό μεταθείωσης που οδηγεί στη βιοσύνθεση ομοκυστεΐνης και μειωμένης γλουταθειόνης. Η SAM συντίθεται από μεθειονίνη και ATP σε μια αντίδραση που καταλύεται από τις αδενοσυλοτρανσφεράσες μεθειονίνης (MATs) [11].
Η ομάδα μεθυλίου που δόθηκε για την επαναμεθυλίωση της ομοκυστεΐνης προέρχεται από το 5-μεθυλοτετραϋδροφολικό που παράγεται από τον κύκλο του φυλλικού οξέος, το οποίο επιτρέπει στο τετραϋδροφολικό να επιστραφεί στη δεξαμενή ενεργού φυλλικού οξέος για βιοσύνθεση νουκλεοτιδίων.
Επομένως, οι ολοκληρωμένες δράσεις των κύκλων μεθειονίνης και φυλλικού οξέος, που απαιτούνται για τον μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης, διαιωνίζουν επίσης τη μεθυλίωση και τη σύνθεση νουκλεοτιδίων, ζωτικής σημασίας για την υποστήριξη της εμβρυϊκής ανάπτυξης,, του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και της ανάπτυξης.
Οι κίνδυνοι από την υπεροκυστεϊναιμία
Οι αυξημένες συγκεντρώσεις ομοκυστεΐνης στο πλάσμα αναγνωρίζονται πλέον ως ανεξάρτητοι παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις και φαίνεται επίσης να παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη άνοιας, σακχαρώδους διαβήτη και νεφρικής νόσου. Η ομοκυστεΐνη είναι επίσης γνωστό ότι προκαλεί καρδιαγγειακά προβλήματα λόγω των δυσμενών επιδράσεών της στο καρδιαγγειακό ενδοθήλιο και στα λεία μυϊκά κύτταρα με επακόλουθες αλλοιώσεις στην υποκλινική αρτηριακή δομή και λειτουργία , που οδηγούν σε προοδευτική βλάβη του έσω χιτώνα του αγγειακού τοιχώματος[12].
H επανεξέταση μελετών παρατήρησης και κλινικών δοκιμών υποδηλώνει ότι οι καρδιαγγειακοί ασθενείς θα πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο για την υπερομοκυστεϊναιμία, όταν δεν διαπιστώνεται άλλος παράγοντας κινδύνου. Οι ασθενείς με ενδιάμεση/μείζονα υπερομοκυστεϊναιμία θα πρέπει να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα για ελλείψεις βιταμινών Β και κληρονομικές διαταραχές σύμφωνα με τις τρέχουσες οδηγίες[13].
Σχέση της υπερομοκυστεϊναιμίας με την έλλειψη βιταμίνης Β12 και του φυλλικού οξέος
Οι ελλείψεις της βιταμίνης Β12 και του φυλλικού οξέος αποτελούν συνήθεις αιτίες υπερομοκυστεϊναιμίας. Η πρώτη είναι χαρακτηριστικό της χρόνιας ατροφικής γαστρίτιδας.
Η υπερομοκυστειναιμία είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου πρόκλησης αθηρωματοσκλήρυνσης. Συχνά σχετίζεται με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης Β12 και/ή φυλλικού οξέος, ενζυματικών συμπαραγόντων του μεταβολισμού της μεθειονίνης.
Η ατροφική γαστρίτιδα, που συχνά προκαλείται από λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, μπορεί να επηρεάσει την απορρόφηση βιταμινών.
Η ατροφική γαστρίτιδα, και όχι η λοίμωξη από το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, μπορεί να είναι ένας παράγοντας που συμβάλλει στην υπερομοκυστεϊναιμία, πιθανώς μέσω της δυσαπορρόφησης της βιταμίνης Β12[14].
Επιπλέον, η λοίμωξη από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού αυτή καθεαυτή, ανεξάρτητα από την ατροφία του γαστρικού βλεννογόνου, έχει συσχετιστεί με μειωμένα επίπεδα βιταμίνης Β12 στο πλάσμα και επιδημιολογικές μελέτες έχουν αναφέρει συσχέτιση μεταξύ της λοίμωξης από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού και της στεφανιαίας νόσου .
Η υπερομοκυστεϊναιμία φαίνεται να είναι συχνή στους ηλικιωμένους και σχετίζεται με κακή διατροφική κατάσταση παρά με χρόνια ατροφική γαστρίτιδα[15].
Σχέση της υπερομοκυστεϊναιμίας και των καρδιαγγειακών παθήσεων
Η επίδραση της υπερομοκυστεϊναιμίας (HHCy) στην καρδιαγγειακή νόσο παραμένει ασαφής. Η υπερομοκυστεϊναιμία σχετίζεται με φλεγμονή και αθηρωματοσκλήρυνση και είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο, εγκεφαλικό και έμφραγμα του μυοκαρδίου. Ωστόσο, η θεραπεία μείωσης της ομοκυστεΐνης δεν επηρεάζει τη φλεγμονώδη κατάσταση των ασθενών με καρδιαγγειακή νόσο και έχει μικρή επίδραση στον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Το υδρόθειο (H2S) είναι προϊόν αποικοδόμησης της ομοκυστεϊνης. Προηγούμενες έρευνες είχαν προτείνει ότι το H2S παίζει θετικό ρόλο στο καρδιαγγειακό σύστημα. Όμως, πρόσφατα δεδομένα υποδηλώνουν ότι, η υπερομοκυστεϊναιμία επιδεινώνει την καρδιαγγειακή νόσο, αυξάνοντας την παραγωγή H2S, η οποία μειώνει την έκφραση των υποδοχέων αδενοσίνης A2A στην επιφάνεια κυττάρων του ανοσοποιητικού και καρδιαγγειακού συστήματος, προκαλώντας φλεγμονή και ισχαιμία, αντίστοιχα[16].
Υπάρχουν υποψίες ότι η υπερομοκυστειναιμία ευνοεί την πρόκληση θρόμβωσης. Αρκετές μελέτες περιπτώσεων ελέγχου και ακόμη και μια μετα-ανάλυση επιβεβαίωσαν τη σχέση μεταξύ φλεβικής θρόμβωσης και υπερομοκυστεϊναιμίας. Η κακοήθης αναιμία, από μόνη της, μπορεί να οδηγήσει σε υπερομοκυστεϊναιμία που είναι αρκετά σημαντική ώστε να οδηγήσει σε θρόμβωση[17].
Σχέση υπερομοκυστεϊναιμίας και υπέρτασης
Ένα άτομο με ιδιοπαθή υπέρταση που επιπλέκεται με υπερομοκυστεϊναιμία (HHcy) θεωρείται ότι έχει υπέρταση τύπου Η (HTH). Ο αποτελεσματικός εντοπισμός παραγόντων κινδύνου για υπέρταση τύπου Η στους ηλικιωμένους μπορεί να βελτιώσει σημαντικά την πρόγνωση των ασθενών.
O έλεγχος των παραγόντων που επηρεάζουν την υπέρταση τύπου Η περιλαμβάνει 8 ανεξάρτητες μεταβλητές στην κατάταξη σπουδαιότητας, ήτοι: Το κλάσμα εξώθησης, το ινωδογόνο, η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c), το νατριουρητικό πεπτίδιο τύπου Β, η κρεατινίνη, η γλυκόζη αίματος νηστείας, το ουρικό οξύ και τα επίπεδα τριιωδοθυρονίνης στον ορό.
Τα αποτελέσματα της πολυπαραγοντικής ανάλυσης έδειξαν ότι το το κλάσμα εξώθησης ήταν ο προστατευτικός παράγοντας, ενώ το ινωδογόνο, η HbA1c και η κρεατινίνη ήταν οι παράγοντες κινδύνου για υπέρταση τύπου Η σε ηλικιωμένους άνω των 80 ετών (P <0,05).
Οι επαγγελματίες υγείας μπορούν έμμεσα να εκτιμήσουν τον επιπολασμό της υπέρτασης τύπου H εστιάζοντας στο κλάσμα εξώθησης, το ινωδογόνο, την κρεατινίνη και την HbA1c σε ηλικιωμένους υπερτασικούς ασθενείς. Αυτό παρέχει προληπτική παρέμβαση και ιατρικές υπηρεσίες για τη βελτίωση των αποτελεσμάτων της πρόγνωσης[18].
Υπερομοκυστεϊναιμία και ανθρώπινη αναπαραγωγή
Η ήπια υπερομοκυστεϊναιμία έχει αναγνωριστεί ως παράγοντας κινδύνου για αρτηριακή νόσο και φλεβική θρόμβωση. Aπό το 1991, οι αυξημένες συγκεντρώσεις ομοκυστεΐνης προτάθηκαν επίσης ότι σχετίζονται με ελαττώματα του νευρικού σωλήνα(NTD).
Έκτοτε, αυτή η σχέση έχει αναφερθεί συχνά, καθώς και η σχέση μεταξύ της NTD και της μετάλλαξης 677 C->T στο γονίδιο της μεθυλενοτετραϋδροφολικής αναγωγάσης (MTHFR).
Εν τω μεταξύ, διαταραχές στον μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης έχουν επίσης αναφερθεί ως παράγοντας κινδύνου για πρόωρη απώλεια της κύησης, πρόωρου τοκετού και για άλλες συγγενείς γενετικές ανωμαλίες των εμβρύων.
Ωστόσο, εκτός από τις δυσμενείς επιδράσεις στο έμβρυο, η υπερομοκυστεϊναιμία έχει επίσης περιγραφεί και ως αιτία μαιευτικών επιπλοκών των μητέρων, όπως η προεκλαμψία[19].
Η μείωση του επιπέδου ομοκυστείνης με υψηλή δόση συμπληρωμάτων φολικού οξέος κατά την επόμενη εγκυμοσύνη θα μπορούσε να είναι χρήσιμη για τις γυναίκες που έχουν υποστεί επιπλοκές εγκυμοσύνης λόγω υπερομοκυστεϊναιμίας[20].
Υπερομοκυστεϊναιμία και φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου
Ο κίνδυνος υπερομοκυστειναιμίας είναι σημαντικά υψηλότερος σε ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου σε σύγκριση με τους μάρτυρες ελέγχου[21].
Η υπερομοκυστεϊναιμία, εκτός από το ότι είναι ένας πολύ γνωστός ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για την πρόκληση στεφανιαίας νόσου, είναι επίσης ένας παράγοντας κινδύνου πρόκλησης καρκίνου. Οι ασθενείς που πάσχουν από φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου, περιλαμβανομένης της ελκώδους κολίτιδας και της νόσου του Crohn, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο του παχέος εντέρου σε σύγκριση με υγιή άτομα. Επιπλέον, ο κίνδυνος υπερομοκυστειναιμίας είναι σημαντικά υψηλότερος σε ασθενείς με φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου σε σύγκριση με υγιείς μάρτυρες[22].
Η αρτηριακή και η φλεβική θρόμβωση συγκαταλέγονται στα κλινικά χαρακτηριστικά της νόσου Behçet, η παθογένεια της οποίας δεν είναι πλήρως κατανοητή. Η υπερομοκυστειναιμία μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για φλεβική θρόμβωση σε ασθενείς με νόσο του Behçet. Σε αντίθεση με τη μετάλλαξη του παράγοντα V Leiden, η υπερομοκυστεϊναιμία είναι ένας διορθώσιμος παράγοντας κινδύνου. Αυτό το εύρημα μπορεί να οδηγήσει σε νέες οδούς για την προφύλαξη από θρόμβωση ασθενών με νόσο του Behçet[23].
Σχέση της υπερομοκυστεϊναιμίας με την ανάπτυξη χρόνιων φλεβικών ελκών
Το φλεβικό έλκος είναι μια πολυπαραγοντική νόσος. Η πολυπαραγοντική λογιστική ανάλυση ασθενών που έπασχαν από φλεβικά έλκη αποκάλυψε ότι η υπερομοκυστεϊναιμία συσχετιζόταν στενά με τη συχνότητα εμφάνισης φλεβικού έλκους σε ασθενείς με πρωτοπαθείς κιρσούς, Τόσο τα κλινικά όσο και τα πειραματικά ευρήματα εμπλέκουν την υπερομοκυστεϊναιμία (HHcy) ως βασικό παράγοντα στην ανάπτυξη φλεβικού έλκους[24].
Το χρόνιο φλεβικό έλκος είναι η κύρια αιτία χρόνιων τραυμάτων των κάτω άκρων και αποτελεί μέρος του συμπλέγματος της χρόνιας φλεβικής νόσου. Προηγούμενες μελέτες έχουν υποθέσει ότι αρκετοί θρομβοφιλικοί παράγοντες, όπως η υπερομοκυστεϊναιμία (HHcy), μπορεί να σχετίζονται με χρόνια φλεβικά έλκη.
Το 2015 ο Stefano de Franciscis και οι συνεργάτες αξιολόγησαν τον επιπολασμό της υπερομοκυστεϊναιμίας σε ασθενείς με φλεβικά έλκη στα πόδια και την επίδραση της θεραπείας με φολικό οξύ στην επούλωση των ελκών. Στη μελέτη συμμετείχαν ογδόντα επτά ασθενείς με φλεβικά έλκη στα πόδια.
Όλοι οι ασθενείς υποβλήθηκαν σε βασική θεραπεία για φλεβικό έλκος (συμπιεστική θεραπεία ± χειρουργικές επεμβάσεις). Οι ασθενείς με HHcy (ομάδα Α, 54 ασθενείς) έλαβαν βασική θεραπεία και τους χορηγήθηκε και φολικό οξύ (1,2 mg/ημέρα για 12 μήνες) και οι ασθενείς χωρίς HHcy (ομάδα Β, 33 ασθενείς) έλαβαν μόνο βασική θεραπεία.
Η επούλωση αξιολογήθηκε μέσω υπολογιστικής ανάλυσης επιπεδομετρίας. Ο επιπολασμός της HHcy μεταξύ ασθενών με χρόνιο φλεβικό έλκος που εντάχθηκαν σε αυτή τη μελέτη ήταν 62,06%. Το ποσοστό επούλωσης ήταν σημαντικά υψηλότερο (P <0,05) στους ασθενείς της ομάδας Α (78,75%) σε σύγκριση με τους ασθενείς της ομάδας Β (63,33%). Αυτή η μελέτη υποδηλώνει μια στενή συσχέτιση, στατιστικά σημαντική, μεταξύ HHcy και του χρόνιου φλεβικού έλκους. Η θεραπεία μείωσης της ομοκυστεΐνης με φολικό οξύ φαίνεται να επιταχύνει την επούλωση των ελκών[25].
Σχέση της υπερομοκυστεϊναιμίας με τη νόσο του Πάρκινσον
Το επίπεδο ομοκυστεΐνης στον ορό σχετίζεται με τη νόσο του Πάρκινσον μέσω διαφόρων μηχανισμών, όπως γονιδιακό ελάττωμα, απόπτωση, οξειδωτικό στρες και βλάβη του DNA. Μερικές πρόσφατες μελέτες αποκαλύπτουν ότι τα επίπεδα ομοκυστεΐνης στον ορό είναι αυξημένα σε ασθενείς με νόσο του Πάρκινσον σε σύγκριση με υγιή άτομα.
Ο S A Losy και οι συνεργάτες (2024) με μελέτη τους αποκάλυψαν ότι τα επίπεδα ομοκυστεΐνης στον ορό είναι αυξημένα σε ασθενείς με νόσο του Πάρκινσον σε σύγκριση με υγιή άτομα. Επιπλέον, βρήκαν σημαντική θετική συσχέτιση της αυξημένης ομοκυστεΐνης ορού με την αυξημένη διάρκεια της νόσου του Πάρκινσον και τα προχωρημένα στάδια της νόσου[26].
Σχέση μεταξύ υπερομοκυστειναιμίας και παραγόντων που σχετίζονται με το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών
Έχει βρεθεί ότι, οι γυναίκες με υπερομοκυστεϊναιμία είχαν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο για βιοχημική υπερανδρογοναιμία και υψηλότερα επίπεδα ολικής τεστοστερόνης στον ορό από τις γυναίκες με φυσιολογικά επίπεδα ομοκυστεΐνης.
Στις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, τα αυξημένα επίπεδα ολικής τεστοστερόνης ορού είναι ο κύριος παράγοντας που σχετίζεται με την υπερομοκυστεϊναιμία. Η συσχέτιση μεταξύ του βιοχημικού υπερανδρογονισμού και υπερομοκυστεϊναιμίας μπορεί να συμβάλει στον καρδιαγγειακό κίνδυνο για τις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Η συσχέτιση μεταξύ βιοχημικού υπερανδρογονισμού και της υπερομοκυστεϊναιμίας μπορεί να συμβάλει στον καρδιαγγειακό κίνδυνο για τις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών[27].
Σχέση της υπερομοκυστεϊναιμίας και της περιφερικής αρτηριακής αποφρακτικής νόσου
Τα άτομα με περιφερική αρτηριακή νόσο έχουν κακή ροή αίματος στα πόδια τους που προκαλείται από αθηρωματοσκλήρυνση που στενεύει ή φράζει τις αρτηρίες τους. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν περιορισμένη ικανότητα άσκησης ή βάδισης, χωρίς να εμφανιστούν κράμπες στα πόδια.
Έχει καταστεί σαφές ότι, εκτός από συνήθεις παράγοντες κινδύνου, οι υψηλές συγκεντρώσεις ολικής ομοκυστεΐνης σχετίζονται με στένωση ή απόφραξη των αρτηριών (αθηρωματοσκλήρυνση). Ωστόσο, δεν είναι σαφές ότι η ίδια η ομοκυστεΐνη προκαλεί το πρόβλημα. Τα επίπεδα της ομοκυστεΐνης στο αίμα μπορούν να ομαλοποιηθούν με τη λήψη φυλλικού οξέος, βιταμινών Β12 και Β6 ή βεταΐνης[28].
Η υπερομοκυστειναιμία μπορεί να βρεθεί στο 25-32% των ασθενών με πρόωρη περιφερική αρτηριακή αποφρακτική νόσο. Αναδρομικές και προοπτικές μελέτες, που αξιολογούσαν την κλινική πορεία ασθενών με περιφερική αρτηριακή αποφρακτική νόσο, έδειξαν σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ των υψηλών συγκεντρώσεων της ολικής ομοκυστεΐνης και της σοβαρότητας της αθηρωματοσκλήρυνσης και με ταχύτερη εξέλιξη της νόσου και ποσοστά θνησιμότητας.
Αν και τέτοια άτομα μπορούν να αντιμετωπιστούν χειρουργικά (όπως με παρακαμπτήριο αγγειακό μόσχευμα) ή με αγγειοπλαστική με μπαλόνι), υπάρχει σημαντικός κίνδυνος αποτυχίας της θεραπείας εντός 12 μηνών, κυρίως επειδή οι αρτηρίες στενεύουν και κλείνουν ξανά (επαναστένωση).
Τα υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης (υπερομοκυστεϊναιμία) μπορεί να συμβάλλουν σε αυτή την επαναστένωση και η μείωση των επιπέδων ομοκυστεΐνης μπορεί να βοηθήσει.Υπάρχει έλλειψη δεδομένων σχετικά με τις επιπτώσεις της θεραπείας των αυξημένων επιπέδων ομοκυστεΐνης στο πλάσμα στην εξέλιξη και τα αποτελέσματα για άτομα με περιφερική αρτηριακή νόσο και υπερομοκυστεϊναιμία. Επί του παρόντος, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να προτείνουν τη χρήση θεραπείας μείωσης της ομοκυστεΐνης σε περιφερική αρτηριακή νόσο[28].
Παρά ταύτα ο Yu C, και οι συνεργάτες του βρήκαν ότι, μεταξύ των Κινέζων ενηλίκων με υπέρταση, η ομοκυστείνη του πλάσματος είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για την περιφερική αρτηριακή αποφρακτική νόσο. Αυτό το εύρημα μπορεί να βελτιώσει τη διαστρωμάτωση κινδύνου της περιφερικής αρτηριακής αποφρακτικής νόσου[29].
Σχέση της υπερομοκυστεϊναιμίας και του ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής
Η έλλειψη φολικού στον ορό και η υπερομοκυστεϊναιμία συσχετίστηκαν με αυξημένο κίνδυνο ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής σε κατοίκους της βορειοανατολικής Κίνας. Ο ομόζυγος (TT) γονότυπος της μετάλλαξης του γονιδίου MTHFR μπορεί να είναι ένας κρίσιμος κληρονομικός παράγοντας κινδύνου πρόκλησης ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής[30].
Η υπερομοκυστεϊναιμία είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για την εμφάνιση ανευρύσματος της κοιλιακής αορτής σε πληθυσμό των Κινέζων Χαν, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους και στις υποομάδες της περιφερικής αρτηριακής νόσου[31].
Σχέση ομοκυστείνης και οστεοπορωτικών καταγμάτων
Πολύ υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης στο πλάσμα είναι χαρακτηριστικά της ομοκυστινουρίας, μιας σπάνιας αυτοσωμικής υπολειπόμενης νόσου που συνοδεύεται από πρώιμη έναρξη γενικευμένης οστεοπόρωσης.
Σε δύο ξεχωριστές προοπτικές, βασισμένες στον πληθυσμό μελέτες που έκανε ο Joyce BJ van Meurs και οι συνεργάτες (2004) βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ των επιπέδων της κυκλοφορούσας ομοκυστεΐνης και του κινδύνου περιστατικού οστεοπορωτικού κατάγματος σε 2406 άτομα, ηλικίας 55 ετών και άνω.
Οι συσχετίσεις μεταξύ των επιπέδων ομοκυστεΐνης και του κινδύνου κατάγματος φάνηκαν να είναι ανεξάρτητες από την οστική πυκνότητα και άλλους πιθανούς παράγοντες κινδύνου για οστεοπορωτικό κάταγμα[32].
Συσχετίσεις μεταξύ ομοκυστεΐνης, φολικού οξέος, βιταμίνης Β12 και νόσου Alzheimer
Το 2015 ο Liang Shen καιΧονγκ-Φανγκ Τζι δημοσίευσαν τα αποτελέσματα 68 μετα-αναλύσεων που αφορούσαν τη συσχέτιση της ομοκυστελινης, του φολικού οξέος, της βιταμίνης Β12 και της νόσου του Alzheineμε το ακόλουθο συμπέρασμα[33].
Πρώτον, οι ασθενείς με νόσο του Alzheimer μπορεί να έχουν υψηλότερα επίπεδα ομοκυστείνης και χαμηλότερα επίπεδα φυλλικού οξέος και βιταμίνης Β12 στο πλάσμα από τους μάρτυρες.
Περαιτέρω ανάλυση ηλικιακής υποομάδας δεν έδειξε καμία επίδραση της ηλικίας για τα επίπεδα της ομοκυστείνης στο πλάσμα μεταξύ ασθενών με νόσο του Alzheimer και αντίστοιχων μαρτύρων, ενώ οι διαφορές στα επίπεδα φυλλικού οξέος και βιταμίνης Β12 αυξάνονταν περαιτέρω με την αύξηση της ηλικίας.
Δεύτερον, τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα υψηλά επίπεδα oμοκυστείνης και τα χαμηλά επίπεδα φυλλικού οξέος μπορεί να συσχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης νόσου του Αλζηειμερ. Οι περιεκτικές μετα-αναλύσεις όχι μόνο επιβεβαίωσαν υψηλότερα επίπεδα ομοκυστείνης, χαμηλότερα επίπεδα φυλλικού οξέος και βιταμίνης Β12 σε ασθενείς με νόσο του Alzheimer σε σύγκριση με τους μάρτυρες, αλλά επίσης ενέπλεξαν ότι τα υψηλά επίπεδα ομοκυστείνης και τα χαμηλά επίπεδα φολικού οξέος μπορεί να είναι παράγοντες κινδύνου για τη νόσο του Alzheimer[33].
Σχέση της υπερομοκυστεϊναιμίας και της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδος
Το φυλλικό οξύ και οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη μεθυλίωση και σύνθεση του DNA και στην επιδιόρθωση και αντιγραφή του[34]. Οι βιταμίνες Β θα μπορούσαν επίσης να τροποποιήσουν την ομοκυστεΐνη του πλάσματος, έναν γνωστό παράγοντα κινδύνου πρόκλησης ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδος[35].
Τα άτομα με χαμηλότερες συγκεντρώσεις φυλλικού οξέος πλάσματος [36] έχουν 2 έως 3 φορές αυξημένο κίνδυνο όψιμης ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδος, ενώ τα άτομα με υψηλή διαιτητική πρόσληψη φυλλικού οξέος έχουν ~50% μικρότερο κίνδυνο[39] και βιταμίνης Β-12 πλάσματος[37, 38].
Σε μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη κλινική μελέτη, η καθημερινή λήψη συμπληρωμάτων φολικού οξέος και βιταμινών Β-6 και Β-12 φάνηκε να μειώνει τον κίνδυνο πρόκλησης ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδος κατά 40%[40].
Αυτές οι μελέτες αξιολόγησαν πολύ μικρό αριθμό ατόμων με προχωρημένη ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδος και καμία δεν έλαβε υπόψη τη γενετική ευαισθησία.
Αντιμετώπιση της υπερομοκυστεϊναιμίας
Η υπερομοκυστεϊναιμία (HHcy) αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για διάφορες σημαντικές ιατρικές παθήσεις, ωστόσο η διαμάχη συνεχίζεται γύρω από την αξιολόγηση και τη διαχείρισή της. Η διάγνωση διαταραχών που επηρεάζουν τον μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης (Hcy) αντιμετωπίζει καθυστερήσεις λόγω της ανεπαρκούς ενημέρωσης για την κλινική της παρουσία και των μοναδικών βιοχημικών χαρακτηριστικών της[41].
Σε περιπτώσεις αρτηριακών ή φλεβικών θρομβωτικών αγγειακών επεισοδίων, ιδιαίτερα με άλλες συννοσηρότητες, είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη η μέτρια έως σοβαρή υπερομοκυστεϊναιμία (HHcy). Μια διατροφική προσέγγιση στη διαχείριση της HHcy περιλαμβάνει την εφαρμογή διατροφικών στρατηγικών και τη λήψη στοχευμένων συμπληρωμάτων, δίνοντας έμφαση σε βασικά θρεπτικά συστατικά όπως η βιταμίνη Β6, η Β12 και το φυλλικό οξύ που είναι ζωτικής σημασίας για τη μετατροπή της ομοκυστεϊνης. Η επαρκής πρόσληψη αυτών των βιταμινών, μαζί με τα συμπληρώματα βεταΐνης, υποστηρίζει την επαναμεθυλίωση της ομοκυστεΐνης.
Η βιταμίνη Β6 χορηγείται στην ήπια έως μέτρια υπερομοκυστεϊναιμία στη δόση των 10–50 mg/ημέρα.
Το φυλλικό οξύ: Ημερήσιες δόσεις > ή = 0,8 mg φυλλικού οξέος απαιτούνται τυπικά για να επιτευχθεί η μέγιστη μείωση των συγκεντρώσεων της ομοκυστεΐνης στο πλάσμα που παράγεται από τη λήψη συμπληρωμάτων φολικού οξέος. Οι δόσεις των 0,2 και 0,4 mg σχετίζονται με το 60% και το 90%, αντίστοιχα, αυτού του μέγιστου αποτελέσματος.
Στο παρελθόν χορηγούνταν ενέσεις βιταμίνης Β12 ή κοβαλαμίνης, οι οποίες είναι λίαν επώδυνες. Σήμερα με εξαιρετική αποτελεσματικότητα δρούν οι υπογλώσσιες σταγόνες μεθυλκοβαλαμίνης και αδενοσύλκοβαλαμίνης που κυκολοφορούν ως συμπλήρωμα διατροφής με την ονομασία Dr Gkelis' Safe Vitamin B12. [0.5ml ή 8 σταγόνες = 500μg Μεθυλκοβαλαμίνη και 500μg Αδενοσυλκοβαλαμίνη].
Χορηγούνται 8-16 σταγόνες υπογλωσσίως, κάθε πρωί με κενό στομάχι. Οι σταγόνες παραμένουν κάτω από τη γλώσσα επί 10-15 δευτερόλεπτα και καταπίνονται. Αυτή η αγωγή διαρκεί τρεις μήνες, οπόταμ ελεγχονται τα επίπεδα της βιταμίνης Β12, του Μεθυλμαλονικού οξέος, του φυλλικού οξέος και της βιταμίνης Β6.
Οι αλλαγές του τρόπου ζωής, όπως η διακοπή του καπνίσματος και η τακτική σωματική δραστηριότητα, συμπληρώνουν τη διατροφική προσέγγιση για την ενίσχυση του μεταβολισμού της ομοκυστεΐνης. Για τα άτομα με υπερομοκυστεϊναιμία (HHcy), η σταθερή διατήρηση μιας συγκέντρωσης ομοκυστεΐνης στο πλάσμα κάτω από 50 μmol/L είναι ζωτικής σημασίας για τη μείωση του κινδύνου αγγειακών επεισοδίων. Η συνεργασία με επαγγελματίες υγείας και διαιτολόγους είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη εξατομικευμένων διατροφικών σχεδίων που ανταποκρίνονται στις συγκεκριμένες ανάγκες και τις υποκείμενες συνθήκες υγείας. Αυτή η ολοκληρωμένη προσέγγιση στοχεύει στη βελτιστοποίηση των μεταβολικών διεργασιών και στη μείωση των σχετικών κινδύνων για την υγεία[41].
To 2021 o Atazadegan MA και οι συνεργάτες δημοσίευσαν μελέτη τους, που ανασκοπούσε την αποτελεσματικότητα των βιοδραστικών φυσικών ενώσεων στη μείωση των επιπέδων της ομοκυστεΐνης σύμφωνα με κλινικές μελέτες σε ανθρώπους και μελέτες σε ζώα.
Με βάση τις μελέτες σε ζώα, το μαύρο και το πράσινο τσάι, η κανέλλα, η ρεσβερατρόλη, η κουρκουμίνη, το εκχύλισμα σκόρδου, το τζίντζερ και η σόγια μειώνουν σημαντικά τα επίπεδα της ομοκυστεΐνης. Σύμφωνα με τις κλινικές μελέτες σε ανθρώπους, η κουρκουμίνη και η ρεσβερατρόλη έδειξαν ευνοϊκές επιδράσεις στη μείωση των επιπέδων ομοκυστεΐνης του ορού[42]. Γιαυτό τα άτομα με υψηλή ομοκυστείνη μπορούν να παίρνουν τα συμπληρώματα κουρκουμίνης (Curcugkel) και το Vinogkelin (κάψουλες σκόνης σπόρων, φλουδών και μίσχων του βιολογικού Αγιωργίτικου σταφυλιού, Νεμέας)
Ο ρόλος του μαγνησίου στο μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης
Το μαγνήσιο είναι ένα απαραίτητο μέταλλο που δρα ως συμπαράγοντας των ενζύμων που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης. Συγκεκριμένα:
1.Υποστηρίζει τη συνθάση της μεθειονίνης, το ένζυμο που μετατρέπει την ομοκυστεΐνη σε μεθειονίνη με τη βοήθεια του φυλλικού οξέος και της βιταμίνης Β12. Αυτή η διαδικασία μειώνει τα επίπεδα της ομοκυστεΐνης στην κυκλοφορία[43].
2. Το μαγνήσιο είναι απαραίτητο για τη δραστηριότητα της βήτα-συνθάσης της κυσταθειονίνης, η οποία διευκολύνει τη μετατροπή της ομοκυστεΐνης σε κυσταθειονίνη (και τελικά κυστεΐνη)[44], χρησιμοποιώντας τη βιταμίνη Β6 ως συμπαράγοντα.
3. Το μαγνήσιο συμμετέχει στο μεταβολισμό του φυλλικού οξέος, το οποίο υποστηρίζει έμμεσα τη ρύθμιση της ομοκυστεΐνης[45].
Στα άτομα με υπερομοκυστεϊναιμία μεταξύ των συμπληρωμάτων μαγνησίου επιλλέγεται η χορήγηση καψουλών Magnigkel, διότι κάθε κάψουλά του περιέχει Ταυρικό Μαγνήσιο (Magnesium taurate) 28,5mg, Κιτρικό Μαγνήσιο (Magnesium citrate) 143mg. Χορηγείται μια κάψουλα πρωί και βράδυ με το φαγητό επί τρείς μήνες.
Συνεργική δράση της κουρκουμίνης με το φυλλικό οξύ, τη βιταμίνη Β6, τη βιταμίνη Β12 και το μαγνήσιο
Η κουρκουμίνη μπορεί να λειτουργήσει συνεργικά με το φυλλικό οξύ, τη βιταμίνη Β6, τη βιταμίνη Β12 και το μαγνήσιο για να μειώσει τα επίπεδα ομοκυστεΐνης. [46].
Οι μελέτες για τις επιδράσεις της κουρκουμίνης στην καρδιαγγειακή υγεία και τη φλεγμονή υποδηλώνουν έμμεσα τα πιθανά οφέλη της για τη μείωση της βλάβης που σχετίζεται με την ομοκυστεΐνη. Επιλλέγεται η μικκυλιακή κουρκουμίνη ΝοvaSol®Curcumin που κυκλοφορεί με την εμπορική ονομασία Curcugkel, διότι είναι 18.500 % πιο ευαπορρόφητη από την απλή σκόνη κουρκουμίνης. Χορηγούνται δύο κάψουλες ημερησίως. Η κάθε κάψουλα περιέχει 17,5mg καθαρής κουρκουμίνης επί τρείς μήνες. Η κουρκουμίνει αποφεύγεται από άτομα που παίρνουν αντιπηκτικά ή να παίρνουν μία κάψουλα ημερησίως.

BιβλιογραφικήΤεκμηρίωση
1.Kim J, Kim H, Roh H, Kwon Y. Causes of hyperhomocysteinemia and its pathological significance.Arch Pharm Res. 2018 Apr;41(4):372-383.
2.Tassinari V, Jia W, Chen WL, Candi E, Melino G. The methionine cycle and its cancer implications. Oncogene. 2024 Nov;43(48):3483-3488.
3.Guieu R, Ruf J, Mottola G.Hyperhomocysteinemia and cardiovascular diseases. Ann Biol Clin (Paris). 2022 Feb 1;80(1):7-14.
4.Wald DS, Law M, Morris JK. Homocysteine and cardiovascular disease: evidence on causality from meta-analysis. BMJ. 2002;325:1202–6.
5. Boushey CJ, Beresford SAA, Omen GS, Motulsky AG. A quantitative assessment of plasma homocysteine as a risk factor for vascular disease: Probable benefits of increasing folic acid intakes. JAMA. 1995;274:1049–57.
6.Ziagaki A. [One Cause, many Symptoms: The classical Homocystinuria]. MMW Fortschr Med. 2023 Feb;165(Suppl 1):12-13.
7.E Satta, A F Perna, C Lombardi, F Acanfora, E Violetti, M M Romano, R Capasso, M Pisano, F Paduano, N G De Santo. [Hyperhomocysteinemia in chronic renal failure]. G Ital Nefrol. 2006 Sep-Oct;23(5):480-9.
8.Wolfgang Herrmann. Significance of hyperhomocysteinemia. Clin Lab. 2006;52(7-8):367-74.
9.Blom HJ. Genetic determinants of hyperhomocysteinaemia: the roles of cystathionine beta-synthase and 5,10-methylenetetrahydrofolate reductase.Eur J Pediatr. 2000 Dec;159 Suppl 3:S208-12.
10.Zaric BL, Obradovic M, Bajic V, Haidara MA, Jovanovic M, Isenovic ER. Homocysteine and Hyperhomocysteinaemia. Curr Med Chem. 2019;26(16):2948-2961.
11.Finkelstein J.D. Methionine metabolism in mammals. J. Nutr. Biochem. 1990;1:228–237.
12.Ganguly P, Alam SF. Role of homocysteine in the development of cardiovascular disease. Nutr J. 2015 Jan 10;14:6.
13.Guéant JL, Guéant-Rodriguez RM, Oussalah A, Zuily S, Rosenberg I. Hyperhomocysteinemia in Cardiovascular Diseases: Revisiting Observational Studies and Clinical Trials. Thromb Haemost. 2023 Mar;123(3):270-282
14.Santarelli L, Gabrielli M, Cremonini F, Santoliquido A, Candelli M, Nista EC, Pola P, Gasbarrini G, Gasbarrini A.Atrophic gastritis as a cause of hyperhomocysteinaemia. Aliment Pharmacol Ther. 2004 Jan 1;19(1):107-11.
15.Salles-Montaudon N, Parrot F, Balas D, Bouzigon E, Rainfray M, Emeriau JP. Prevalence and mechanisms of hyperhomocysteinemia in elderly hospitalized patients.J Nutr Health Aging. 2003;7(2):111-6.PMID: 12679831
16.Franck Paganelli, Giovanna Mottola , Julien Fromonot, Marion Marlinge, Pierre Deharo, Régis Guieu, Jean Ruf. Hyperhomocysteinemia and Cardiovascular Disease: Is the Adenosinergic System the Missing Link? Int J Mol Sci. 2021 Feb 8;22(4):1690.
17. Ammouri W, Tazi ZM, Harmouche H, Maamar M, Adnaoui M. Venous thromboembolism and hyperhomocysteinemia as first manifestation of pernicious anemia: a case series. J Med Case Rep. 2017 Sep 2;11(1):250.
18.Zhang X, Guo B, Zhu H, Li D, Zhao Y, Liu Q, Hou J. H-type Hypertension Status and Influencing Factors of the Elderly People Over 80 Years Old Based on Random Forest Model. Int Heart J. 2024 Mar 30;65(2):263-270.
19.Nelen WL.Hyperhomocysteinaemia and human reproduction. Clin Chem Lab Med. 2001 Aug;39(8):758-63
20.Dai C, Fei Y, Li J, Shi Y, Yang X.A Novel Review of Homocysteine and Pregnancy Complications. Biomed Res Int. 2021 May 6;2021:6652231.
21. Oussalah A, Guéant JL, Peyrin-Biroulet L. Meta-analysis: hyperhomocysteinaemia in inflammatory bowel diseases.Aliment Pharmacol Ther. 2011 Nov;34(10):1173-84.
22.Keshteli AH, Baracos VE, Madsen KL.Hyperhomocysteinemia as a potential contributor of colorectal cancer development in inflammatory bowel diseases: a review. World J Gastroenterol. 2015 Jan 28;21(4):1081-90.
23.Aksu K, Turgan N, Oksel F, Keser G, Ozmen D, Kitapçioğlu G, Gümüşdiş G, Bayindir O, Doğanavşargil E. Hyperhomocysteinaemia in Behcet's disease. Rheumatology (Oxford). 2001 Jun;40(6):687-90.
24.Guo Z, Li X, Wang T, Yang X, Fan L. Elevated serum homocysteine levels are associated with the development of chronic venous ulcers. Vasc Med. 2022 Aug;27(4):358-364.
25.de Franciscis S, De Sarro G, Longo P, Buffone G, Molinari V, Stillitano DM, Gallelli L, Serra R. Hyperhomocysteinaemia and chronic venous ulcers. Int Wound J. 2015 Feb;12(1):22-6.
26.S A Losy, M Saiduzzman, M Battacharjee, A H M Moniruzzman, M S I Bhuya, M K Linckon, S Banerjee, M S Islam, E Mia. Association of Serum Homocysteine Level with Parkinson's Disease. Mymensingh Med J. 2024 Jul;33(3):643-648.
27.Lin YH, Huang SY, Hsu MI, Chang YC, Cheng CY, Hsu CS, Tzeng CR. Hyperhomocysteinaemia is associated with biochemical hyperandrogenaemia in women with reproductive age. Eur J Obstet Gynecol Reprod Biol. 2013 Dec;171(2):314-8.
28.Andras A, Stansby G, Hansrani M. Homocysteine lowering interventions for peripheral arterial disease and bypass grafts. Cochrane Database Syst Rev. 2013 Jul 19;2013(7):CD003285.
29.Yu C, Ding C, Hu L, Shi Y, Zhao P, Liu JE, Zhang L, Sun D, Zhou W, Yu C, Wang T, Zhu L, Huang X, Bao H, Cheng X. Association of plasma homocysteine with peripheral arterial disease in the hypertensive adults: A cross-sectional study. J Clin Hypertens (Greenwich). 2024 Mar;26(3):286-294.
30.Hui Cao, Xinhua Hu, Qiang Zhang, Jun Li, Bing Liu, Junpeng Wang, Yang Shao, Zhishen Zhang, Chengwei Liu, Haidi Hu, Jian Zhang, Shijie Xin. Hyperhomocysteinaemia, low folate concentrations and MTHFR C677T mutation in abdominal aortic aneurysm. Vasa. 2014 May;43(3):181-8.
31.Liu J, Zuo SW, Li Y, Jia X, Jia SH, Zhang T, Song YX, Wei YQ, Xiong J, Hu YH, Guo W. Hyperhomocysteinaemia is an independent risk factor of abdominal aortic aneurysm in a Chinese Han population. Sci Rep. 2016 Feb 11;6:17966.
32.van Meurs JB, Dhonukshe-Rutten RA, Pluijm SM, van der Klift M, de Jonge R, Lindemans J, de Groot LC, Hofman A, Witteman JC, van Leeuwen JP, Breteler MM, Lips P, Pols HA, Uitterlinden AG. Homocysteine levels and the risk of osteoporotic fracture. N Engl J Med. 2004 May 13;350(20):2033-41.
33.Shen L, Ji HF. Associations between Homocysteine, Folic Acid, Vitamin B12 and Alzheimer's Disease: Insights from Meta-Analyses. J Alzheimers Dis. 2015;46(3):777-90.
34.Fenech M. Folate (vitamin B9) and vitamin B12 and their function in the maintenance of nuclear and mitochondrial genome integrity. Mutat Res . 2012;733:21–33.
35.Johanna M Seddon, Gary Gensler, Michael L Klein, Roy C Milton. Evaluation of plasma homocysteine and risk of age-related macular degeneration. Am J Ophthalmol. 2006 Jan;141(1):201-3.
36.Gopinath B, Flood VM, Rochtchina E, Wang JJ, Mitchell P. Homocysteine, folate, vitamin B-12, and 10-y incidence of age-related macular degeneration. Am J Clin Nutr 2013;98:129–35.
37.Kamburoglu G, Gumus K, Kadayifcilar S, Eldem B. Plasma homocysteine, vitamin B12 and folate levels in age-related macular degeneration. Graefes Arch Clin Exp Ophthalmol 2006;244:565–9.
38.Rochtchina E, Wang JJ, Flood VM, Mitchell P. Elevated serum homocysteine, low serum vitamin B12, folate, and age-related macular degeneration: the Blue Mountains Eye Study. Am J Ophthalmol 2007;143:344–6.
39.Gopinath B, Flood VM, Rochtchina E, Wang JJ, Mitchell P. Homocysteine, folate, vitamin B-12, and 10-y incidence of age-related macular degeneration. Am J Clin Nutr 2013;98:129–35.
40.Christen WG, Glynn RJ, Chew EY, Albert CM, Manson JE. Folic acid, pyridoxine, and cyanocobalamin combination treatment and age-related macular degeneration in women: the Women's Antioxidant and Folic Acid Cardiovascular Study. Arch Intern Med 2009;169:335–41
41.González-Lamuño D, Arrieta-Blanco FJ, Fuentes ED, Forga-Visa MT, Morales-Conejo M, Peña-Quintana L, Vitoria-Miñana I. Hyperhomocysteinemia in Adult Patients: A Treatable Metabolic Condition. Nutrients. 2023 Dec 30;16(1):135.
42. Atazadegan MA, Bagherniya M, Askari G, Tasbandi A, Sahebkar A. The Effects of Medicinal Plants and Bioactive Natural Compounds on Homocysteine. Molecules. 2021 May 21;26(11):3081.
43.Varinderpal S Dhillon Permal Deo, Michael Fenech. Low magnesium in conjunction with high homocysteine increases DNA damage in healthy middle aged Australians. Eur J Nutr. 2024 Jun 12;63(7):2555–2565.
44.Weining Niu, Jun Wang, Jing Qian, Mengying Wang, Ping Wu, Fei Chen, Shasha Yan. Allosteric control of human cystathionine β-synthase activity by a redox active disulfide bond. J Biol Chem. 2018 Feb 16;293(7):2523-2533.
45.W Li, T Zheng, J Wang, B T Altura, B M Altura. Extracellular magnesium regulates effects of vitamin B6, B12 and folate on homocysteinemia-induced depletion of intracellular free magnesium ions in canine cerebral vascular smooth muscle cells: possible relationship to [Ca2+]i, atherogenesis and stroke. Neurosci Lett. 1999 Oct 22;274(2):83-6.
46.Atazadegan MA, Bagherniya M, Askari G, Tasbandi A, Sahebkar A. The Effects of Medicinal Plants and Bioactive Natural Compounds on Homocysteine.Molecules. 2021 May 21;26(11):3081